Αύγουστος 1934: Η διεύθυνση των Εγκληματικών Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν) πυροβολεί εν ψυχρώ τον κατάδικο Καραβαράκη και καταστέλλει βίαια τη στάση των κρατουμένων!

Μια “ξεχασμένη” ανταπόκριση του Αντρέα Γιατράκη στη “Λεφτεριά”, όργανο της Αντιφασιστικής Κίνησης στην Κρήτη.

του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και ιστορικού

Η εφημερίδα “Λεφτεριά” κυκλοφόρησε το Μάη του 1934 και αποτέλεσε το όργανο των αντιφασιστών της Κρήτης. Τυπωνόταν κάθε Παρασκευή στα Χανιά μέχρι να την κλείσει η φασιστική δικτατορία που επέβαλε ο Ι. Μεταξάς με τη σύμφωνη γνώμη του Παλατιού και των Άγγλων την 4η Αυγούστου του 1936. Μέσα από τη μαχητική της δημοσιογραφία προσπάθησε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τον επερχόμενο πόλεμο καλώντας το λαό σε συναγερμό ενάντια στη φασιστική απειλή:

1Εννέα εξόριστοι σε απεργία πείνας για τη χορήγηση Γενικής Αμνηστείας (Ανάφη, Δεκέμβριος 1935).

“Κανείς πραγματικός αντιφασίστας -επισήμανε στο κύριο πρώτο άρθρο της- δεν μπορεί να παραδεχτεί πως η σημερινή κοινοβουλευτική δημοκρατία παρέχει στους εργαζόμενους πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες. Υπάρχουν ωστόσο μέσα στο Σύνταγμα, ωρισμένα δικαιώματα που δεν μπόρεσαν ή δεν πρόφτασαν να τα θίξουν ακόμη. Κι αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση που διέπεται από ένα σωρό φασιστικά μέτρα και την κατάσταση του ανοιχτού φασισμού που θ’ αφαιρέσει από το λαό και το τελευταίο ίχνος δικαιωμάτων και θα μεταβάλει τους εργαζόμενους σε σκλάβους “πραγματικούς”.

Κι αυτά γράφονταν στις αρχές του 1934, όταν η κατάσταση για τους εργαζόμενους γινόταν χειρότερη κάθε μέρα που περνούσε, αφού το αστικό πολιτικό σύστημα, κλυδωνιζόμενο και από τη δίνη της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης του 1929-1933, είχε ήδη θεσμοθετήσει τα πιο σκληρά μέτρα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης επιρροής του εργατικού κινήματος και των οργανώσεών του εντείνοντας την καταστολή . Προφανώς μετά την ψήφιση του ΙΔΙΩΝΥΜΟΥ το 1929 το κύμα των εκτοπίσεων και των φυλακίσεων εντάθηκε στοχεύοντας σαφώς στην καταστολή της δράσης των συνδικαλιστών και των κομμουνιστών.

Ως συνέπεια της εντεινόμενης τρομοκρατίας στις Εγκληματικές Φυλακές Καλαμίου (Ιτζεδίν) την περίοδο 1930-1931 40 κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι φυλακίστηκαν με βάση το νόμο περί «Ιδιώνυμου». Μα και τον Ιούνιο του 1933 μοιράζονταν τα διπλανά κρεβάτια με τους ποινικούς καταδίκους 30 έως 35 φυλακισμένοι κομμουνιστές που συνέταξαν υπόμνημα για να απορρίψουν τον σχεδιαζόμενο νόμο της κυβέρνησης Τσαλδάρη “περί αναστολής των ποινών στους φυλακισμένους και εξόριστους αγωνιστές που θα μετανοήσουν” και να απαιτήσουν Γενική Αμνηστεία χωρίς όρους . Λίγες μέρες πιο πριν είχε προηγηθεί η δημοσίευση της δραματικής έκκλησης της Εργατικής Βοήθειας Ελλάδας (Ε.Β.Ε.) στα 60 τμήματά της, για να ανοίξουν μια εκστρατεία για τη μεταφορά των συντρόφων του Ιτζεδίν στις φυλακές της Αίγινας, μιας και “εκτός της εξαιρετικής τρομοκρατίας (κλείσιμο στα θανατηφόρα μπουντρούμια για 10 και 20 μέρες των μελών της κολλεχτίβας), εκτός των καθημερινών απειλών και των καταπιέσεων της υπηρεσίας των φυλακών σε βάρος των εκεί συντρόφων μας, η ζωή των εκεί φυλακισμένων μας διατρέχει άμεσο κίνδυνο από τις στερήσεις και το ελεεινό συσσίτιο της φυλακής, καθώς και της σοβαρής έλλειψης και αυτού του νερού” .

2[Ανυπόγραφο Άρθρο], Κινδυνεύουν οι φυλακισμένοι του Ιτζεδίν. Ας απαιτήσουμε τη μεταφορά τους, εφημερίδα “Ο Νέος Ριζοσπάστης”, Τρίτη 27 Ιούνη 1933, σελ. 3.
3[Ανυπόγραφο Άρθρο], Αμνηστεία χωρίς όρους!, εφημερίδα “Ο Νέος Ριζοσπάστης”, Κυριακή 09 του Ιούλη 1933, σελ. 5.

Τα χειρότερα, όμως, δεν είχαν συμβεί ακόμα, αφού τον επόμενο χρόνο, όπως αποκαλύπτει στην ανταπόκρισή του στη “Λεφτεριά” που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1934 ο Αντρέας Γιατράκης, η ζωή των καταδίκων και ιδιαίτερα των πολιτικών έγινε “μαρτυρική και φρικτή απ’ όλες τις απόψεις” φτάνοντας μέχρι την εν ψυχρώ δολοφονία του κατάδικου Καραβαράκη από τους κανίβαλους της διεύθυνσης των Εγκληματικών Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν).

Ας τα πάρουμε, όμως, τα γεγονότα από την αρχή: Ξετυλίγοντας στο άρθρο του το κουβάρι της ιστορικής αφήγησης ο Αντρέας Γιατράκης, πρώτα μνημονεύει την επταήμερη άρνηση συσσιτίου που ξεκίνησε στις 8 Ιανουαρίου του 1934, δυο μέρες μετά τη γιορτή των Φώτων, όταν οι κατάδικοι, πολιτικοί και ποινικοί, με αφορμή τις κλεψιές στις προμήθειες των τροφίμων και το άθλιο συσσίτιο, απελπισμένοι από τους προπηλακισμούς, το αλυσσόδεμα, το ξυλοκόπημα μέχρι αίματος, την απομόνωση στα υγρά μπουντρούμια και το “ζωντανό επερχόμενο θάνατο” από τη φυματίωση “στασίασαν” στο Ιτζεδίν και απαίτησαν “να τους δοθεί” τουλάχιστον ως συσσίτιο “αυτό που χορηγείται από το Κράτος”.

Ο εισαγγελέας, όμως, και οι άλλοι αρμόδιοι κρατικοί λειτουργοί όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκαν στα αιτήματά τους, μα “έδωσαν όλα τα δικαιώματα” στη διεύθυνση των φυλακών “να πνίξει τη δίκαιη φωνή των καταδίκων με τη φωτιά και το σίδερο”. Τα όργανα της τάξης μπήκαν στους θαλάμους των καταδίκων με τα πιστόλια στο χέρι, και τράβηξαν “από κάθε θάλαμο 8-10 σύνολο 25″, για να τους ρίξουν “μέσα στο θόλο, Αράπη (ζωντανούς τάφους), επί τρεις μήνες”.

Η βασιμότητα όσων καταγγέλλει στην ανταπόκριση του ο Αντρέας Γιατράκης τεκμηριώνεται και από ένα σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας “Ριζοσπάστης” που είδε το φως της δημοσιότητας την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 1934. Σ’ αυτό επιβεβαιώνεται η τετραήμερη άρνηση συσσιτίου, την οποία η διεύθυνση των φυλακών κατέστειλε συλλαμβάνοντας τον σ. Κιούση και 15 κοινούς καταδίκους και ρίχνοντάς τους για 7 μέρες στο μπουντρούμι της φυλακής:

Κινδυνεύουν οι φυλακισμένοι στο Ιτζεδίν κομμουνιστές

Στο κάτεργο του Ιτζεδίν, όπου κρατούνται οι αγωνιστές της εργατικής τάξης, καινούργιες επιθέσεις γίνανε εναντίον τους. Όπως πληροφορούμαστε, απ’ αφορμή του άθλιου συσσιτίου κηρύχτηκε εκεί τετραήμερη άρνηση συσσιτίου. Η διεύθυνση των φυλακών, εφαρμόζοντας το εξοντωτικό της πρόγραμμα, διέταξε τη σύλληψη του σ. Κιούση και 15 κοινών καταδίκων που τάχτηκαν αλληλέγγυοι με τους συντρόφους μας και αφού τους αλυσσόδεσαν τους τσάκισαν στο ξύλο και τους ρίξανε στο μπουντρούμι, απ’ όπου τους βγάλανε μετά 7 μέρες ύστερα από το ξεσήκωμα όλων των καταδίκων και τις διαμαρτυρίες του τμήματος Εργατικής Βοήθειας Χανίων .

4[Ανυπόγραφο Άρθρο], Κινδυνεύουν οι φυλακισμένοι στο Ιτζεδίν κομμουνιστές, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 21/01/1934, σελ. 8.

Από την άλλη πλευρά ο Αντρέας Γιατράκης στην ανταπόκριση του τονίζει πως η ζωή των ασθενών στο Ιτζεδίν καθημερινά χειροτερεύει”, αφού ο γιατρός είναι ενεργούμενο του διευθυντή των φυλακών και στους κομμουνιστές ασθενείς “αντί να δώσει τ’ απαραίτητα φάρμακα…, τους λέει να κάνουν δήλωση να βγουν για να μη πεθάνουν”.

Αυτές τις καταγγελίες υιοθετεί τον Οκτώβριο του 1934 και η σύνταξη της εφημερίδας “Λεφτεριά” που στην πρώτη της σελίδα, στη στήλη ΑΠ’ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΜΑΣ δημοσιεύει το εξής σχόλιο:

Η τρομοκρατία στο Ιτζεδίν

Η σάπια κοινωνία μας, η πηγή της δημιουργίας των κακούργων και των δολοφόνων, έχει στο Καλάμι εγκαθιδρύσει έναν ανοιχτό τάφο που μέσα σ’ αυτόν ζητά να θανατώσει με τα πιο άτιμα μέσα τους καταδίκους. Η λύσσα της όμως ξεσπά με τον αγριώτερο τρόπο στους αγωνιστές της εργατικής τάξης, στον κάθε αντιφασίστα. Αρνιέται να τους παραχωρήσει φάρμακα και ο γιατρός αρνείται τη συνδρομή του. Ενώ οι στάσεις, οι απεργίες πείνης, οι ξυλοδαρμοί και τα μπουντρούμια είναι ταχτικά φαινόμενα μέσα στο Ιτζεδίν, ο Εισαγγελέας και ο Γεν. Διοικητής κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα. Μπροστά σ’ αυτή την άγρια επίθεση της Κεφαλαιοκρατίας όλοι οι αντιφασίστες της Κρήτης ας απαντήσουνε με μαζικές διαμαρτυρίες απαιτώντας την κατάπαυση της τρομοκρατίας, την καλιτέρευση του συσσιτίου και την κατάργηση του θόλου και του Αράπη.

5[Ανυπόγραφο Άρθρο], Απ’ τη σκοπιά μας. Η τρομοκρατία στο Ιτζεδίν, εφημερίδα “Λευτεριά” (Όργανο της Αντιφασιστικής Κίνησης στην Κρήτη), Παρασκευή 5 Οχτώβρη 1934, σελ. 1.

Τέλος, σημειώνει στην ανταπόκρισή του ο Αντρέας Γιατράκης, χρηματικά ποσά που προορίζονται από το κράτος για τη δίαιτα των ασθενών “κατακλέβονται φανερά” χωρίς να μπορούν οι κατάδικοι να διαμαρτυρηθούν, αφού ο υπεύθυνος για το συσσίτιο “σκόπιμα τους βρίζει και τους προκαλεί, για να του πουν καμιά κουβέντα και, όταν αυτό δεν το πετύχει, πηγαίνει και αναφέρνει στην υπηρεσία πως τάχα ο τάδε κατάδικος φώναξε για το συσσίτιο και έβρισε και αμέσως τον αλυσσοδένουν, τον δέρνουν, τον ρίχνουν στα μπουντρούμια έστω και άρρωστο”.

Σα συνέπεια αυτής της φρικτής κατάστασης, όταν ήρθε στο Ιτζεδίν ο Γενικός Διοικητής Αποσκίνης, οι δεσμώτες σ’ αυτόν τον “τάφο των ζωντανών” αγανακτισμένοι “τα ανάφεραν κι αυτά και εζήτησαν την επέμβασή του”, μα αυτός “τους έγραψε στα παληά του τα παπούτσια”, με αποτέλεσμα 90 περίπου από αυτούς στο 3ο διαμέρισμα να κατέβουν σε στάση στις 25 Αυγούστου 1934.

6Αντρέας Γιατράκης, Η ζωή των καταδίκων των Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν), εφημερίδα “Λευτεριά” (Όργανο της Αντιφασιστικής Κίνησης στην Κρήτη), Παρασκευή 5 Οχτώβρη 1934, σελ. 1

Κι ενώ ο κατάδικος Καραβαράκης έτρεχε προς την ακτίνα που διέμενε, ο αρχιφύλακας με εντολή του Διευθυντή Κουρινάκη τον πυροβόλησε δυο φορές “εκ των όπισθεν”, την ίδια στιγμή που η εξωτερική φρουρά έριχνε αραιούς πυροβολισμούς στον αέρα προς εκφοβισμό. Οι κατάδικοι που διέμεναν στο νοσοκομείο φώναζαν πως “σκότωσε ο αρχιφύλακας έναν κατάδικο”, αλλά οι δολοφόνοι του Καραβαράκη, μιας και δεν μπορούσαν να ενοχοποιήσουν τον ίδιο τον κατάδικο για την εγκληματική τους πράξη και για να τη συγκαλύψουν, έριξαν όλη την ευθύνη στην εξωτερική φρουρά της φυλακής χωρίς φυσικά να γίνει η παραμικρή ανάκριση.

Οι κατάδικοι φώναζαν “έξω ο κλέφτης Κουρινάκης, να φύγει ο δολοφόνος αρχιφύλακας” και προχώρησαν σε στάση∙ τη δεύτερη μέρα, όμως, ο διευθυντής τράβηξε 8 και αφού έδωσε εντολή πρώτα να τους σαπίσουν στο ξύλο και έπειτα να τους αλυσσοδέσουν, τους έριξε στον τάφο των ζωντανών, στον Αράπη, για να τους ξεκάνει. Αυτοί βλέποντας τον βέβαιο θάνατό τους αναγκάστηκαν να κηρύξουν απεργία πείνας συμπαρασύροντας και τους υπόλοιπους κατάδικους σε άρνηση συσσιτίου που ξέσπασε στο κάτεργο σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ανταπόκρισή του ο Αντρέας Γιατράκης, “την τετάρτη ημέρα της στάσης φέρανε 80 χωροφύλακες και δύο λόχους στρατού, τέσσερες στρατιωτικούς γιατρούς, νοσοκόμο και δυο παπάδες με απόφαση να τους σκοτώσουν και ν’ ανοίξουν την πόρτα. Γι’ αυτό άνοιξαν στη στέγη της φυλακής τρεις τρύπες και τους πρότειναν βόμβες δακρυγόνες και απ’ την αυλή τους πρότειναν τα όπλα, κι’ έτσι η πόρτα άνοιξε.

Από τους 90 τράβηξαν 46 εκ των οποίων 20 εντόπιους τους οποίους, αφού αλυσόδεσαν τους ρίξανε στα μπουντρούμια και βρίσκονται μέχρι σήμερα (30-8-1934). Μετά δύο ημέρες ήρθε ο επιθεωρητής των φυλακών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ζωγράφος και αντί να σταματήσει την τρομοκρατία έδωσε περισσότερα δικαιώματα στην υπηρεσία και αυτό αποδείχτηκε από το ότι δεν άκουσε κανένα παράπονο των καταδίκων μέσα στα διαμερίσματα, γιατί αφού δεν θα έκανε τίποτα φοβούνταν το ξεσκέπασμα των καταδίκων, γιατί και άλλοτε υπεσχέθη και δεν έκανε τίποτε.”

Και η ανταπόκριση του Αντρέα Γιατράκη, αφού πρώτα αναφέρει κι άλλα γεγονότα που καταδεικνύουν την ασυδοσία που έδωσε στη διεύθυνση των Εγκληματικών Φυλακών Καλαμίου ο Ζωγράφος και αφού στη συνέχεια τονίσει πως η ζωή των κομμουνιστών πολιτικών καταδίκων έχει γίνει πιο φρικτή και από των ποινικών, μιας και αντιμετωπίζουν κάθε μέρα δολοφονικές προβοκάτσιες και προκλήσεις, καταλήγει γράφοντας:

“Οι κατάδικοι μέσα από τη σημερινή μαρτυρική ζωή τους, κάνουν έκκληση σε κάθε τίμιο άνθρωπο, προς όλες τις εργαζόμενες και καταπιεζόμενες μάζες της Κρήτης και γενικά της Ελλάδος να σηκώσουν φωνή έντονη διαμαρτυρίας προς τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και προς την Κυβέρνηση ζητώντας:

1) Την παραδειγματική τιμωρία και απομάκρυνση του δολοφόνου διευθυντού των φυλακών Κουρινάκη και αρχιφύλακα Αμανεδάκη και την αντικατάστασή τους.

2) Κατάπαυση της μεσαιωνικής τρομοκρατίας (ξύλο, αλυσόδεμα κ.λ.π.).

3) Κατάργηση των τάφων θόλου, Αράπη και μπουντρουμιού.

4) Επιτροπή στο συσσίτιο που να βγαίνει από τους καταδίκους όπως σ’ όλες τις φυλακές.

5) Τη μη κατακράτηση γραμμάτων μας.

6) Ελεύθερο επισκεπτήριο στους καταδίκους και ιδιαίτερα στους πολιτικούς καταδίκους στους οποίους εξαιρετικά απαγορεύεται.”

7Αντρέας Γιατράκης, Η ζωή των καταδίκων των Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν), εφημερίδα “Λευτεριά” (Όργανο της Αντιφασιστικής Κίνησης στην Κρήτη), Παρασκευή 12 Οχτώβρη 1934, σελ. 1

Ένα μήνα αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου του 1934, η “Λεφτεριά” με τον χαρακτηριστικό τίτλο ΟΙ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ ΤΟΥ ΙΤΖΕΔΙΝ επανέρχεται στο θέμα υπογραμμίζοντας πως συνεχίζονται από τη διεύθυνση της φυλακής οι τρομοκρατικές πράξεις και τα απαίσια βασανιστήρια εις βάρος των καταδίκων και καλώντας τους εργαζομένους “να διαμαρτυρηθούν για τις βάρβαρες και εξοντωτικές διαθέσεις της διεύθυνσης των φυλακών”:

Οι κανίβαλοι του Ιτζεδίν

Για τα γεγονότα του Ιτζεδίν που ασχοληθήκαμε σε δυο προηγούμενα φύλλα μας φαίνεται όπως μας επληροφόρησε ο κ. Νταβατζής που βγήκε πριν δύο μέρες από κει ότι δεν τελείωσε η ιστορία των μεσαιωνισμών. Μετά τα γνωστά γεγονότα και τον τραυματισμό ενός καταδίκου συνεχίζονται οι τρομοκρατικές πράξεις και τα απαίσια βασανιστήρια.

Συγκεκριμένως απεμονώθηκαν 28 κατάδικοι στον απαίσιο θόλο, που πηγαινοφέρνονται από το θόλο στον Αράπη ή αλλοιώτικα από τη φθίσι στην πλευρίτιδα. Το να υποδείξωμε στις αρχές ότι πρέπει να σταματήσουν το έγκλημα, νομίζομε ότι δεν εξυπηρετούμε τους φτωχούς που πέσανε θύματα της αστικής δικαιοσύνης. Το να συστήσωμε όμως στους εργαζόμενους να διαμαρτυρηθούν για τις βάρβαρες και εξοντωτικές διαθέσεις της διεύθυνσης των φυλακών, μαζί με μας το θεωρούμε καθήκον μας επιτακτικό.

Για την ιστορία ας σημειωθεί πως το κάτεργο του Ιτζεδίν την περίοδο της κατοχής οι Γερμανοί κατακτητές το χρησιμοποιούσαν από το 1941 έως το 1945 ως αποθήκη και βάση. Tα πρώτα χρόνια του εμφυλίου το Ιτζεδίν δεν λειτούργησε ως φυλακή εξαιτίας της έντονης δραστηριότητας που έχει αναπτύξει στο νομό ο Δημοκρατικός Στρατός. Ωστόσο άνοιξε ξανά τις πύλες του για τους πολιτικούς κρατούμενους το 1948, όταν μεταφέρθηκαν από τη Γυάρο πολλοί κομμουνιστές, ανάμεσά τους και αρκετοί Χανιώτες. Μαζί τους ήλθαν και 105 πολιτικοί κρατούμενοι καταδικασμένοι σε θάνατο δεκάδες φορές ο καθένας, που τους μετήγαγαν για εκτέλεση. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν κατά ομάδες κρατούμενοι από άλλες φυλακές, ώσπου ο αριθμός τους έφτασε 350 με 400. Πέρα από τις 5 εκτελέσεις που έγιναν σ’ αυτόν τον “τάφο των ζωντανών”, ο τελευταίος νεκρός πολιτικός κρατούμενος ήταν ο Γιώργης Ερυθριάδης, μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ που πέθανε στην απομόνωση του Ιτζεδίν το 1963!

81950: Ομάδα πολιτικών κρατούμενων στο Ιτζεδίν (φωτογρ. αρχείο Τάκη Μπενά, ΑΣΚΙ).

Αναλυτικά η ανταπόκριση του Αντρέα Γιατράκη που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1934 σε δυο συνεχόμενα φύλλα της εφημερίδας “Λεφτεριά” και αφορούσε τη φρικτή ζωή των καταδίκων, πολιτικών και ποινικών) των Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν), την στάση που πραγματοποίησαν τον Αύγουστο του 1934 και τη δολοφονία του Καραβαράκη είναι η εξής:

Η ζωή των καταδίκων των Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν)

Η ζωή των καταδίκων είναι μαρτυρική και φριχτή απ’ όλες τις απόψεις και όλοι αργοπεθαίνουν κάτω από το σημερινό υπάρχον καθεστώς. Με την ανταπόκρισή μας αυτή θα δώσουμε μια ζωντανή εικόνα σε γενικές γραμμές από τη ζωή των καταδίκων και ιδιαίτερα των πολιτικών καταδίκων.

Εάν θα δούμε το συσσίτιο πάντοτε νεροζούμι, σκουλικιασμένα φασόλια, κουκιά ρεβύθια, πατάτες, σάπια σταφύλια, αυτό είναι το μοναδικό συσσίτιο. Στη διαμαρτυρία των καταδίκων ο Διευθυντής απαντά με “ασιχτίρ τσογλάνια, να τα φάτε γουρούνια μήπως στο σπίτι σας τρώγατε καλύτερα” Κι’ αν κατάδικος καμιά φορά ειπή κουβέντα, αλυσσοδένεται, ξυλοκοπείται και ρίχνεται στα μπουντρούμια για να ολοκληρώσει τη φυματίωση που απόκτησε εδώ μέσα. Οι κατάδικοι μπροστά στο ζωντανό επερχόμενο θάνατο δεν μπορούσαν παρά να ζητήσουν και να τους δοθεί αυτό που χορηγείται από το Κράτος και όχι να κλέβεται από το Διευθυντή Κουρινάκη και τον Τσάρο αρχειοφύλακα, και γι’ αυτό στις 8 Ιανουαρίου 1934 έκαναν άρνηση συσσιτίου. Όλοι οι κατάδικοι 365 ολόκληρες εφτά (7) ημέρες εφώναζαν νάρθει ο εισαγγελέας, αλλά όχι μόνο αυτός δεν ήρθε αλλά και ούτε και κανείς άλλος.

Έδωσαν όλα τα δικαιώματα να πνίξη τη δίκαιη φωνή των καταδίκων με τη φωτιά και το σίδερο στη Διεύθυνση. Τότε ο αρχιδολοφόνος Διευθυντής παίρνοντας την εσωτερική κι’ εξωτερική φρουρά εμπήκε σε κάθε θάλαμο με τα μπιστόλια στο χέρι και αφού έβρισε όλους τους καταδίκους με τις πιο αισχρές λέξεις, τράβηξε από κάθε θάλαμο 8-10 σύνολο 25 αφού πρώτα τους αλυσσοδέσανε και τους ξυλοκοπίσανε μέχρι αίματος τους ρίξανε μέσα στο θόλο, Αράπη (ζωντανούς τάφους), επί τρεις μήνες ν’ αρπάξουν τη φυματίωση και όλοι να την ολοκληρώσουν.

Κι έτσι έπνιξαν τον εφταήμερο αγώνα των καταδίκων. Αιτία της άρνησης συσσιτίου ήταν που ο κλέφτης Διευθυντής θέλησε να τους κόψει το κρέας μιας Κυριακής με τη δικαιολογία πως τους το έδωσε των Φώτων, ενώ χορηγείται ιδιαίτερο τις γιορτές. Η κλεψιά η οποία ήταν φανερή αποδείχτηκε όταν υπήρχε επιτροπή από τους ίδιους τους καταδίκους στον έλεγχο του συσσιτίου όπως υπάρχουν σε όλες τις φυλακές, τότε το συσσίτιο είναι διπλό σε ποσότητα και ποιότητα, ενώ σήμερα τρώμε σκουλικιασμένα και σάπια. Επίσης η ζωή των ασθενών καθημερινά χειροτερεύει, ο γιατρός της φυλακής που δεν αρνούμεθα την επιστημονικήν του γνωμάτευση, δεν κάμνει εκείνο που βλέπει σαν επιστήμων, αλλά ό,τι θέλει ο δολοφόνος διευθυντής, ενώ υπάρχουν φυματικοί κατάδικοι που κάνουν αράδα αιμόπτυση, και αυτός κατ’ εντολή του Διευθυντή τους βγάζει υγιείς, χωρίς να τους δίνει τ’ απαιτούμενα (φάρμακα και δίαιτα) ενώ στα όργανα της υπηρεσίας χορηγούνται μήνες ολόκληροι άδειαι. Γιατί αυτοί είναι χαφιέδες της υπηρεσίας μέσα στους καταδίκους. Και αν τύχει καμμιά φορά και γράψει φάρμακα σε κανένα ώσπου να έρθουν (3 μήνες διάστημα) δηλαδή όταν ο ασθενής είναι ξεμπερδεμένος. Στους Κομμουνιστές ο Γιατρός αντί να τους δώσει φάρμακα κλπ. σύμφωνα με την ασθένεια που γνωματεύει, τους λέει να κάνουν δήλωση να βγουν για να μη πεθάνουν κι’ όταν οι Κομμουνιστές του δίνουν στα μούτρα την δήλωση αυτού και του Τσαλδάρη, του οποίου τις εντολές πιστά εκτελεί τους βγάζει υγιείς χωρίς να τους χορηγήσει τίποτα. Η δίαιτα των ασθενών, που απ’ το Κράτος χορηγούνται 15 δρχ. ημερησίως, γι’ αυτήν και δύο δραχμές από τα ποσοστά της δημοπρασίας δηλ. 17, τους δίνουν μισή οκά γάλα το μεσημέρι και το οποίο είναι νερομένο (του κουτιού) και το οποίο στοιχίζει 3-4 δρχ. και το βράδυ πότε πατάτες και πότε κολοκύθια και μια μερίδα κρέας 40 δράμια ωμό, ψόφιο και βρώμικο και αυτό όχι κάθε ημέρα, δηλ. μέσος όρος ημερησίως 10 δρχ. οι υπόλοιπες 7 δρχ. κατακλέβουνται φανερά.

Όταν κανείς ασθενής διαμαρτυρηθεί, την πρώτη βρισιά θα την ακούσει απ’ τον φύλακα που είναι υπεύθυνος στο συσσίτιο Μανώλη Παπαδάκη που είναι ο πιο ασυνείδητος, ο πιο αισχρός και παληάνθρωπος της φυλακής το ανθρωπόμορφο αυτό τέρας που δεν έχει ίχνος συνείδηση και πιστό τσιράκι της διεύθυνσης που σκόπιμα βρίζει και προκαλεί τους καταδίκους, για να του πουν καμιά κουβέντα και όταν αυτό δεν το πετύχει, πηγαίνει και αναφέρνει στην υπηρεσία πως τάχα ο τάδε κατάδικος φώναξε για το συσσίτιο και έβρισε και αμέσως τον αλυσσοδένουν, τον δέρνουν τον ρίχνουν στα μπουντρούμια έστω και άρρωστο. Συγκεκριμένα, όταν ο κατάδικος Κριθαρέλης που ήταν απεργός πείνης, γιατί ξεσκέπασε έναν χαφιέ της υπηρεσίας Ν. Παπαδόγκονα, τον τράβηξαν στο θόλο για μήνες με σκοπό να τον πεθάνουν, και για να βγει έκανε απεργία πείνης. Οι μέρες, ώσπου τον έβγαλαν ως φυματικό και εξαντλημένο, απ’ την απεργία και τον ‘βάλαν στη δίαιτα για 5 μέρες. Τι του έδιναν όμως στο διάστημα αυτό; Μια οκά γάλα την ημέρα δηλ. 6 δρχ. και 2 δρχ. τσάι το όλον 8 δρχ. οι 9 φανερά εκλέβονται. Κι όταν δυο συνάδελφοί του διαμαρτυρήθηκαν γιατί αυτός δεν μπορούσε να μιλήσει, ο Νίκ. Παπαδημητρίου και ο Κάρνικ Οβανεσιάν τους τράβηξαν στο μπουντρούμι, μόνο γιατί είπαν να του δοθεί λίγη σούπα.

Τους τιμώρησε με εικοσαήμερο απομόνωση και μόνο δυο φορές τη βδομάδα τους δίνανε φαΐ. Όλοι οι κατάδικοι βλέποντας καθημερινώς να τους κλέβεται το συσσίτιό τους και να τους κόβεται η ζωή τους με τα σκουλικιασμένα και σάπια συσσίτια, όταν ήρθε ο Γενικός Διοικητής Αποσκίνης με αγανάχτιση τα ανάφεραν κι αυτά και εζήτησαν την επέμβασή του για την καλιτέρεψη της αφόρητης ζωής τους. Αυτός όμως σαν πιστό τσιράκι του λαοσωτήρα Τσαλδάρη έφυγε χωρίς να δώσει σημασία στη φωνή των καταδίκων, δηλ. τους έγραψε στα παληά του τα παπούτσια. Φεύγοντας αυτός την άλλη μέρα τα σκουλικιασμένα κουκιά πάλι σ’ ενέργεια. Αυτό ήταν το τελευταίο σημείο της εξάντλησης της υπομονής οι κατάδικοι απελπισμένοι βλέποντας πως κανένα μέσο δεν είναι ικανό να τους καλιτερεύσει τη ζωή, κατεβαίνουν σε στάση, στο έσχατο αυτό μέσο αψηφώντας και αυτή τη ζωή τους. Στις 25/8/34 οι κατάδικοι του 3ου διαμερίσματος περί τους 90 κλείστηκαν μέσα βάζοντας πίσω απ’ τις πόρτες όλα τα υπάρχοντα είδη του διαμερίσματος.

Αντρέας Γιατράκης

ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: Όλες οι λεπτομέρειες της στάσης. -Οι γιουχαϊσμοί του Γενικού Διοικητή. -Η άρνησή τους να συζητήσουν με τον Εισαγγελέα. -Και τα αιματηρά επεισόδια, που εδημιούργησαν οι Κουρινάκης και αρχιφύλακας, με θύμα τον κατάδικο Καραβαράκη.

91950: Ομάδα πολιτικών κρατούμενων στο Ιτζεδίν (φωτογρ. αρχείο ΑΣΚΙ).

Η ζωή των καταδίκων των Φυλακών Καλαμίου (Ιτζεδίν)

(Συνέχεια εκ του προηγουμένου)

Ενώ ο Καραβαράκης έτρεχε προς την αχτίνα που διέμενε, ο αρχιφύλακας κατόπιν εντολής του Διευθυντού Κουρινάκη τον πυροβόλησε εκ των όπισθεν, ύστερα από τον δεύτερο πυροβολισμό του αρχιφύλακος ο ανωτέρω κατάδικος έπεσε.

Οι κατάδικοι που διέμενον στο νοσοκομείον, που τούτο είναι εις το Β’ όροφον, εφώναζον “εσκότωσεν ο αρχιφύλακας έναν κατάδικο”, εν τω μεταξύ ερρίχνοντο και αραιοί πυροβολισμοί υπό της εξωτερικής φρουράς ατυχώς άνευ αιματηρών γεγονότων καθόσον ούτοι επυροβολούσαν εις τον αέρα προς εκφοβισμόν.

Οι δολοφόνοι όμως του Καραβαράκη δικαιολογούντο με τα γελοία τούτα λόγια: ότι ο Καραβαράκης έτρεχε για να συλλάβει τον φύλακα και τον δολοφόνησαν.

Ύστερα όμως από τον τραυματισμόν γενομένης σωματικής ερεύνης ουδέ το ελάχιστον φονικόν όργανον ευρέθη μαζί του.

Αλήθεια τι ατυχία για τους δολοφόνους που κείνη τη στιγμή ήταν πολλοί γύρω τους κατάδικοι και έτσι δεν μπόρεσαν να στηρίξουν τις συνηθισμένες κατηγορίες τους. Ύστερα από το ξεγύμνωμα τούτο αναγκάσθηκαν οι άνανδροι ούτοι δολοφόνοι να ρίψουν όλην την ευθύνη για τον αδικοσκοτωμό του καταδίκου εις την εξωτερική φρουρά. Επίσης ουσιαστικά ούτε η παραμικρή ανάκρισις δεν έγινε του καταδίκου σχετική με τη δολοφονία.

Όλη η φυλακή 4 ημέρες ήταν κλειστή και όλοι οι κατάδικοι φώναζαν “έξω ο κλέφτης Κουρινάκης να φύγει ο δολοφόνος αρχιφύλακας”. Τη δεύτερη μέρα της στάσης, από το πρώτο διαμέρισμα τράβηξαν 8 γιατί φώναζαν και αφού τους σάπισαν στο ξύλο, τους αλυσόδεσαν και τους ρίξαν στον τάφο των ζωντανών, τον Αράπη που βλέποντας το βέβαιο θάνατό τους αναγκάστηκαν να κηρύξουν απεργία πείνης και τους βγάλαν ύστερα από 17 ημέρες σχεδόν νεκρούς. Ο δολοφόνος Κουρινάκης βλέποντας πως η απόφαση του να τους ξεκάνει απέτυχε μπροστά στη θαρραλέα και αποφασιστική στάση των απεργών και όλων των καταδίκων που τις τελευταίες μέρες κάναν ομαδικές αρνήσεις συσσιτίου σε ένδειξη αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας προς τους απεργούς πείνης, βάζει σ’ εφαρμογή το δεύτερο δολοφονικό του σχέδιο. Την τρίτη μέρα τους δίνει φασόλια να φάνε μόνο και μόνο για να τους δολοφονήσει.

Την τετάρτη ημέρα της στάσης φέρανε 80 χωροφύλακες και δύο λόχους στρατού, τέσσερες στρατιωτικούς γιατρούς, νοσοκόμο και δυο παπάδες με απόφαση να τους σκοτώσουν και ν’ ανοίξουν την πόρτα. Γι’ αυτό άνοιξαν στη στέγη της φυλακής τρεις τρύπες και τους πρότειναν βόμβες δακρυγόνες και απ’ την αυλή τους πρότειναν τα όπλα, κι’ έτσι η πόρτα άνοιξε.

Από τους 90 τράβηξαν 46 εκ των οποίων 20 εντόπιους τους οποίους αφού αλυσόδεσαν τους ρίξανε στα μπουντρούμια και βρίσκονται μέχρι σήμερα (30-6-1934). Μετά δύο ημέρες ήρθε ο επιθεωρητής των φυλακών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ζωγράφος και αντί να σταματήσει την τρομοκρατία έδωσε περισσότερα δικαιώματα στην υπηρεσία και αυτό αποδείχτηκε από το ότι δεν άκουσε κανένα παράπονο των καταδίκων μέσα στα διαμερίσματα γιατί αφού δεν θα έκανε τίποτα φοβούνταν το ξεσκέπασμα των καταδίκων, γιατί και άλλοτε υπεσχέθη και δεν έκανε τίποτε.

Και ένα γεγονός ακόμη που δείχνει την ασυδοσία που έδωσε στη διεύθυνση είναι το ότι, όταν τη δεκάτη μέρα της απεργίας πείνης, οι Κομμουνιστές με επιτροπή τους διαμαρτυρήθηκαν σ’ αυτόν τον ίδιο τους είπε “να πεθάνουν”. Ακόμη, όταν ένας Κομμουνιστής του είπε ότι θα σε καταγγείλουμε στην εργατική τάξη σαν συνένοχο για τη δολοφονία των απεργών και γενικά των καταδίκων, τότε λυσσασμένος του λέει: “αν δεν είσουν φυματικός, θα διέταζα να σε αλυσοδέσουν και να σε σπάσουν στο ξύλο”. Στους απεργούς, που τη δωδεκάτη μέρα της απεργίας τους τον κάλεσαν, τους είπε “να πάψουν γιατί θα τους δέσει από τα πόδια”. Στις 15-9-34 ξαναήρθανε ο τμηματάρχης φυλακών Υπουργείου Δικαιοσύνης Παπαευσταθίου μαζί με τον Ζωγράφο και όταν οι κατάδικοι του είπαν τα παράπονά τους και την κλεψιά που γίνεται από τον Διευθυντή Κουρινάκη σε βάρος των καταδίκων, αυτός απάντησε έτσι “εγώ παράπονα δεν ακούω, ο διευθυντής κάνει πολύ καλά τη δουλιά του” και σηκώθηκαν κι’ έφυγαν αφήνοντας σ’ αυτόν όλα τα δικαιώματα της εξόντωση των καταδίκων.

Η ζωή των πολιτικών καταδίκων (Κομμουνιστών) είναι πιο φριχτή κι’ από των κοινών. Κάθε μέρα η διεύθυνση κάνει δολοφονικές προβοκάντσιες και προκλήσεις, και σαν κατάλληλο για το σκοπό αυτό έχουν διαλέξει το τέρας που έχει μορφήν ανθρώπου Μανώλη Παπαδάκη που κάθε μέρα βρίζει, σπρώχνει, χτυπά και με κάθε τρόπο προκαλεί τους Κομμουνιστές για να πέσουν στη δολοφονική τους παγίδα. Στις διαμαρτυρίες τους στο διευθυντή τους απαντά “σας κάνει πολύ καλά” κι’ έτσι η ζωή των κομμουνιστών μέσα στην άγρια και μεσαιωνική τρομοκρατία και με την απειλή της δολοφονίας από στιγμή σε στιγμή, η ζωή έχει καταντήσει μαρτυρική. Εφημερίδες (αστικές), που κάθε μέρα τους στέλνονται κατά δεκάδες κατακρατιούνται από τη διεύθυνση, υπομνήματα, αιτήσεις, γράμματα, τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ασφαλισμένα.

Καθημερινό είναι το φαινόμενο να λαβαίνουν γράμματα στα οποία να πληροφορούνται ότι πριν λίγες μέρες τους εστάλησαν γράμματα κι’ εφημερίδες, τα οποία όμως δεν έλαβαν.

Οι κατάδικοι μέσα από τη σημερινή μαρτυρική ζωή τους, κάνουν έκκληση σε κάθε τίμιο άνθρωπο, προς όλες τις εργαζόμενες και καταπιεζόμενες μάζες της Κρήτης και γενικά της Ελλάδος να σηκώσουν φωνή έντονη διαμαρτυρίας προς τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και προς την Κυβέρνηση ζητώντας:

1) Την παραδειγματική τιμωρία και απομάκρυνση του δολοφόνου διευθυντού των φυλακών Κουρινάκη και αρχιφύλακα Αμανεδάκη και την αντικατάστασή τους.

2) Κατάπαυση της μεσαιωνικής τρομοκρατίας (ξύλο, αλυσόδεμα κ.λ.π.).

3) Κατάργηση των τάφων θόλου, Αράπη και μπουντρουμιού.

4) Επιτροπή στο συσσίτιο που να βγαίνει από τους καταδίκους όπως σ’ όλες τις φυλακές.

5) Τη μη κατακράτηση γραμμάτων μας.

6) Ελεύθερο επισκεπτήριο στους καταδίκους και ιδιαίτερα στους πολιτικούς καταδίκους στους οποίους εξαιρετικά απαγορεύεται.

ΑΝΔΡ. ΓΙΑΤΡΑΚΗΣ

101950: Ομάδα πολιτικών κρατούμενων στο Ιτζεδίν (φωτογρ. αρχείο Τάκη Μπενά, ΑΣΚΙ)

http://agonaskritis.gr